Η ημέρα της κρίσης για το τουρκικό πολιτικό σύστημα έφτασε. Συνολικά 64 εκατ. Τούρκοι προσέρχονται στις κάλπες για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, με τις δημοσκοπήσεις πλέον να έχουν γυρίσει πλέον υπέρ του Ερντογάν, ο οποίος έλαβε τη στήριξη και του τρίτου κόμματος, ενώ ο συνασπισμός AKP – Γκρίζων Λύκων ελέγχει ήδη το Κοινοβούλιο. Οι εκλογές όμως είναι κρίσιμες και διεθνώς, καθώς κρίνουν την προοπτική της Τουρκίας και θα επηρεάσουν την εν εξελίξει αανδιάταξη σφαιρών επιρροής στην Ευρασία.
Στις κάλπες προσέρχονται ξανά περισσότεροι από 64 εκατομμύρια Τούρκοι για να επιλέξουν, μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, τον 13ο πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Στις εκλογές της Κυριακής 14 Μαΐου ο απερχόμενος πρόεδρος επικράτησε με 49,5% έναντι του Κεμαλιστή αντιπάλου του, επικεφαλής ενός συνασπισμού έξι κομμάτων της αντιπολίτευσης, προκαλώντας πολιτικό και οικονομικό σεισμό: Ο Κιλιτσντάρογλου, που ήταν αρχικά το φαβορί σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και τα στοιχήματα των επενδυτών, περιορίστηκε στο 44,8% – ενώ τρίτος με 5,2% αναδείχθηκε ο εθνικιστής Σινάν Ογκάν, ο οποίος προ ημερών ανακοίνωσε την υποστήριξή του στον Ερντογάν στον δεύτερο γύρο.
Η ανατροπή στον πρώτο γύρο δεν ήταν εντελώς απρόσμενη. Μπορεί οι δημοσκοπήσεις και το κλίμα στη Δύση να έδειχναν Κιλιτσντάρογλου, αλλά ο σαλαφιστής αντίπαλος του Ερντογάν είχε συμμαχίσει με τους Κούρδους και την Αριστερά, επιτρέποντας στον Ερντογάν να ανακτήσει τις σεισμοπαθείς περιοχές, ενώ δεν κατάφερε να αμφισβητήσει την επιρροή του απερχόμενου προέδρου στην ηπειρωτική Τουρκία. Από τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου καταγράφεται η επανάληψη του σκηνικού των δημοτικών εκλογών.
Η θεαματική επικράτηση του Ερντογάν έναντι του Κιλιτσντάρογλου, που έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται σχεδόν βέβαιη η παραμονή του στο ανώτατο αξίωμα της Τουρκίας για άλλα πέντε χρόνια, έστειλε τη Δευτέρα 15 Μαΐου το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης σε κατακόρυφη βουτιά, με τους επενδυτές να φοβούνται ότι ο αρχηγός του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) θα συνεχίσει την ανορθόδοξη οικονομική πολιτική των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, παρά τον καλπάζοντα πληθωρισμό (43.68% τον Απρίλιο). Οι φόβοι για την κατάσταση και την πορεία της οικονομίας με την επανεκλογή Ερντογάν πιέζουν τη λίστα σε ιστορικό χαμηλό.
Για τη Δύση, η απομάκρυνση της Τουρκίας επί Ερντογάν είναι πολυεπίπεδη. Εκτός από τα προφανή ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ισορροπίας δυνάμεων, τα Erdoganomics έπαιξαν επίσης καταλυτικό ρόλο. Η Κεντρική Τράπεζα έχασε την ανεξαρτησίας της, κατά οικονομικό παράδοξο πληθωρισμός και επιτόκια συμπορεύονται και η λίρα καταρρέει. Ο Ταγίπ Ερντογάν όμως έχει και οικονομικές επιτυχίες, καθώς κατάφερε να ενδυναμώσει τη βιομηχανία, να αποφύγει τη μαζική κατάρρευση τραπεζών και παρά τις αναταράξεις να κρατήσει το Χρηματιστήριο σε ανοδική τροχιά.
Κάτι οι σχέσεις με τη Ρωσία, κάτι οι αγορές χρυσού, το φθηνό πετρέλαιο από το ιρακινό Κουρδιστάν και το Ιράν, ο Τούρκος πρόεδρος έχει καταφέρει μέσα από μια επώδυνη για τον κόσμο διαδικασία να αλλάξει τη διάρθρωση της τουρκικής οικονομίας.
Εσωτερική κόντρα για τα Erdoganomics
Σε αποκλειστικό του δημοσίευμα την Πέμπτη 15 Μαΐου το Reuters υποστήριζε, επικαλούμενο εννέα πηγές (κυβερνητικούς αξιωματούχους και άλλα πρόσωπα με γνώση του θέματος), ότι υπάρχει διαφωνία στους ηγετικού κύκλους του AKP αναφορικά με την οικονομική πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει μια πιθανή νέα κυβέρνηση του κόμματος Ερντογάν. Όπως ανέφερε το πρακτορείο, μια άτυπη ομάδα μελών του κυβερνώντος κόμματος έχει συγκεντρωθεί τις τελευταίες εβδομάδες για να συζητήσει πώς θα μπορούσε να υιοθετήσει μια νέα πολιτική σταδιακής αύξησης των επιτοκίων και ένα στοχευμένο πρόγραμμα δανεισμού.
Από την μία πλευρά των συνομιλιών – στις οποίες δεν εμπλέκεται άμεσα ο Ερντογάν – φέρονται να βρίσκονται αξιωματούχοι και μέλη του υπουργικού συμβουλίου που δηλώνουν δημοσίως ότι θέλουν να επιμείνουν στο τρέχον πρόγραμμα ενίσχυσης των εξαγωγών και της οικονομικής ανάπτυξης μέσω των χαμηλών των επιτοκίων και του «παιχνιδιού» με τις αγορές συναλλάγματος, πιστώσεων και χρέους. Από την άλλη, βρίσκονται στελέχη που τάσσονται υπέρ μιας στροφής στην οικονομική πολιτική με σταδιακή αύξηση των επιτοκίων.
Το ζήτημα είναι ιδιαιτέρως σοβαρό: Με τα συναλλαγματικά αποθέματα να καταρρέουν, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει άλλο ένα οικονομικό κραχ ήδη από φέτος, το οποίο θα εκτοξεύσει και πάλι τον πληθωρισμό και θα επιβαρύνει το ισοζύγιο πληρωμών της – εκτός αν η κυβέρνηση αλλάξει πορεία.
Όπως αναφέρουν οι Financial Times, ο Ερντογάν έχει υπονομεύσει τη νομισματική πολιτική για περισσότερο από μια δεκαετία τώρα, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στην κεντρική τράπεζα για να κρατήσει χαμηλά τα επιτόκια, παρά την εκτόξευση του πληθωρισμού, ο οποίος έφθασε σε υψηλό 24 ετών πάνω από το 80% τον περασμένο Οκτώβριο. Έχει προσπαθήσει να ανακουφίσει την αναπόφευκτη καθοδική πίεση στη συναλλαγματική ισοτιμία με μια σειρά παρεμβάσεων, που οδήγησαν τα ακαθάριστα συναλλαγματικά αποθέματα και τα αποθέματα χρυσού της Τουρκίας σε υποχώρηση 15% κατά τις έξι εβδομάδες που προηγήθηκαν του πρώτου γύρου των εκλογών, στις 14 Μαΐου. Πλέον, χωρίς δανεισμό από τις τράπεζες τα αποθέματα βρίσκονται επικίνδυνα κοντά στο μηδέν. Σύμφωνα με το Reuters, από τον Μάρτιο η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας έχει πουλήσει χρυσό αξίας 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Μεταξύ άλλων, η κυβέρνησή του Ερντογάν προσπάθησε να σταματήσει τη φυγή των επενδυτών προς τραπεζικούς λογαριασμούς σε δολάρια, αποζημιώνοντας τους κατόχους τραπεζικών λογαριασμών σε λίρες για το ενδεχόμενο πτώσης του τοπικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, δημιουργώντας έτσι υποχρεώσεις σε δολάρια για τον δημόσιο τομέα. Όπως τονίζουν οι FT, «οι περισσότερες κυβερνήσεις των αναδυόμενων αγορών έχουν προσπαθήσει να μειώσουν τις υποχρεώσεις σε δολάρια – το δημόσιο χρέος της Ινδίας και της Βραζιλίας είναι πλέον σχεδόν εξ ολοκλήρου σε τοπικό νόμισμα – αλλά της Τουρκίας αυξάνονται».
Πρόταγμα για τον Κιλιτσντάρογλου η Κεντρική Τράπεζα
Στο πλαίσιο της ευρύτερης καμπάνιας επαναπροσέγγισης με τη Δύση, ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου πρόταξε και την ανάκτηση της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας.
Η συμμαχία της αντιπολίτευσης υπό τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου έχει υποσχεθεί να αντιστρέψει το πρόγραμμα του Ερντογάν με επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων και επιστροφή στις αρχές της ελεύθερης αγοράς, μια προοπτική που χαροποίησε τους διεθνείς επενδυτές πριν από τις εκλογές.
Στο επιτελείο του Ερντογάν, η άτυπη ομάδα που επεξεργάζεται ένα νέο σχέδιο δεν εξετάζει – σύμφωνα με το Reuters – επιθετική νομισματική σύσφιξη, αλλά μάλλον μια πιο σταδιακή πορεία που δίνει και πάλι έμφαση στο επιτόκιο πολιτικής στις αγορές δανεισμού. Μια άλλη επιλογή είναι η χρήση ενός δημόσιου οργανισμού και κρατικών επιδοτήσεων για την παροχή επιλεκτικών πιστώσεων.
Ο ίδιος ο Ερντογάν πάντως εξακολουθεί να δηλώνει ότι, όσο ο ίδιος παραμένει στην εξουσία, τα επιτόκια θα παραμένουν χαμηλά – και παρόλαυτα, ο πληθωρισμός θα τεθεί υπό έλεγχο.
«Παρακαλώ ακολουθήστε με μετά τις εκλογές και θα δείτε ότι ο πληθωρισμός θα μειωθεί μαζί με τα επιτόκια», δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CNN. «Έχω μια θέση ότι τα επιτόκια και ο πληθωρισμός, συσχετίζονται άμεσα. Όσο χαμηλότερα είναι τα επιτόκια, τόσο χαμηλότερος θα είναι ο πληθωρισμός», πρόσθεσε. «Σε αυτή τη χώρα, το ποσοστό του πληθωρισμού θα μειωθεί μαζί με τα επιτόκια, έτσι ώστε να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου οι άνθρωποι θα ανακουφιστούν. Το λέω αυτό μιλώντας ως οικονομολόγος. Αυτό δεν είναι μια ψευδαίσθηση», κατέληξε.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ακολουθούμενη πολιτική θα μπορούσε να συνεχιστεί τουλάχιστον για τους επόμενους μήνες, καθώς μια πιθανή επικράτησή του στις εκλογές θα έπειθε το επιτελείο του ότι δεν χρειάζεται μια γρήγορη αλλαγή, ενώ μπροστά στον νυν Τούρκο πρόεδρο υπάρχει άλλος ένας εκλογικός σκόπελος – οι δημοτικές εκλογές, τον Μάρτιο του 2024.
Άλλωστε οι υποστηρικτές της ακολουθούμενης πολιτικής εκτιμούν ότι οι επενδύσεις στην τεχνολογία, την ενέργεια, τους φυσικούς πόρους και τον τουρισμό θα συμβάλουν σωρευτικά περίπου 289 δισεκατομμύρια δολάρια στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μέχρι το 2030, στηρίζοντας έτσι το νόμισμα.
Τα παράδοξα οικονομικά αποδίδουν
Σε κάθε περίπτωση, παρά την καταβαράθρωση του επιπέδου ζωής των οικονομικά ευάλωτων Τούρκων, η τουρκική έχει αποδεχτεί, όπως υπογραμμίζουν οι FT, «μια αρκετά ισχυρή εμπορική οικονομία για να αντέξει την ζημιά».
Με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να έχει αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο από αυτό της Βραζιλίας, η γειτονική χώρα «διαθέτει έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μεταποιητικό τομέα, ο οποίος ενισχύεται από τις ισχυρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι εταιρείες της πωλούν στις πλούσιες καταναλωτικές αγορές της ΕΕ, με την οποία συνδέεται με τελωνειακή ένωση για βιομηχανικά προϊόντα.»
Έτσι – όπως σημειώνει το βρετανικό έντυπο – παρά την εκκεντρική νομισματική πολιτική, η τουρκική οικονομία έχει επιτύχει καλή ανάπτυξη, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της να αυξάνεται από κάτω από το 40% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ στα μέσα της δεκαετίας του 2000 σε πάνω από 60%.
Η Τουρκία είναι τυχερή ως προς τη γεωγραφική της θέση αφού βρίσκεται δίπλα στην ΕΕ, η οποία, μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο, απορροφά περίπου το ήμισυ των εξαγωγών της. Βρίσκεται όμως κοντά και στις χώρες του Κόλπου, οι κυβερνήσεις των οποίων βοήθησαν στην ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της.
Τα πλεονεκτήματα όμως δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τα «πειράματα» της διακυβέρνησης Ερντογάν: Σύμφωνα με τους FT, ο ασταθής πληθωρισμός και συναλλαγματικές ισοτιμίες, και οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις αποθαρρύνουν τις εγχώριες και διεθνείς εταιρείες. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια και η σύγκλιση της οικονομίας με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ έχει σταματήσει από το 2015 περίπου.
Αναλυτές σημειώνουν ότι η υποκείμενη ισχύς της οικονομίας σημαίνει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να ξεπεράσει τη χρηματοπιστωτική κρίση και να αρχίσει να αναπτύσσεται σχετικά γρήγορα. Αλλά η επανέναρξη του ταξιδιού της χώρας προς την ευημερία θα σημαίνει ότι ο Ερντογάν «θα υποχωρήσει από τις οικονομικές και νομισματικές ατασθαλίες του. Αυτό απέχει πολύ από το να είναι ένα ασφαλές στοίχημα.»