Ευρήματα και διατυπώσεις που μπορούν να αποτελέσουν διπλωματικά και διαπραγματευτικά όπλα για την ελληνική κυβέρνηση περιλαμβάνει η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα τρία σχέδια διάσωσης που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα.
Αν και το Ελεγκτικό Συνέδριο ασχολήθηκε με την εποπτεία των δράσεων και αποφάσεων της Κομισιόν, εν τούτοις εκφέρει συνολικές κρίσεις για αστοχίες στις προβλέψεις και λάθος ιεράρχηση μεταρρυθμίσεων και πολιτικών. Παράλληλα ψέγει την ΕΚΤ για άρνηση συνεργασίας και παρελκυστική τακτική, ενώ δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει άμεσα τα πεπραγμένα του ESM, του Eurogroup και το ΔΝΤ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εμπίπτουν στις γενικές κρίσεις για την ποιότητα, το ύφος και τον προσανατολισμό των Μνημονίων.
Η Κομισιόν, εξετάζοντας τα τρία ελληνικά προγράμματα, επισημαίνει κρίσιμες αστοχίες σε προβλέψεις που ποτέ δεν απαντήθηκαν υπογραμμίζει ότι έχουν εκπληρώσει μόνο σε «περιορισμένο βαθμό» τον στόχο τους καθώς το ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε περισσότερο από ένα τέταρτο με την Ελλάδα να μην επιστρέφει στην ανάπτυξη, το χρέος αυξήθηκε, και οι τράπεζες ακόμα «έχουν περιορισμένη ικανότητα να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία» είναι τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που παρουσιάστηκε σήμερα στις Βρυξέλλες με τίτλο «παρέμβαση της Επιτροπής στην ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση».
Οι διατυπώσεις αυτές αποτελούν ισχυρή νομική βάση και ως εκ τούτου ακόμα ισχυρότερη πολιτική και άρα διαπραγματευτική, όχι τόσο για τα συμπεράσματα αυτά καθ αυτά αλλά λόγω της βαρύτητας και του ισχυρού θεσμικού ρόλου του οργάνου που τα στοιχειοθετεί.
Η έκθεση κρίνει τον ρόλο που έπαιξε η Κομισιόν στα τρία προγράμματα διάσωσης που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα (η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν συνεργάστηκε για την έκθεση αυτή) ενώ δεν κρίθηκε ο ρόλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Ευρωπαϊκου Μηχανισμού Στήριξης ή των ελληνικών αρχών. Στην έκθεση τονίζεται ότι τα προγράμματα δεν κατάφεραν να αποκαταστήσουν την πρόσβαση της χώρας στις αγορές τονίζει καθώς η χώρα εξακολουθεί να απαιτεί εξωτερική οικονομική στήριξη ενώ οι ειδικοί στόχοι των προγραμμάτων επετεύχθησαν μόνο σε περιορισμένο βαθμό.
Η ιδιαίτερα αναλυτική 130 σέλιδη έκθεση που γίνεται για πρώτη φορά προέκυψε ύστερα από πρόσβαση σε μία σειρά εγγράφων και συνεντεύξεων με τους βασικούς πρωταγωνιστές των προγραμμάτων στις Βρυξέλλες αλλά και στην Αθήνα. Βασική κριτική που αναφέρεται είναι ότι τα προγράμματα παρά τους σαφείς μεσοπρόθεσμους στόχους δεν “υποστηρίχθηκαν από μια γενική αναπτυξιακή στρατηγική που θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα
«Τα προγράμματα προώθησαν μεταρρυθμίσεις και αποσόβησαν τον κίνδυνο η Ελλάδα να αθετήσει τις υποχρεώσεις της. Ωστόσο, η ικανότητα της χώρας να χρηματοδοτείται πλήρως από τις χρηματοπιστωτικές αγορές εξακολουθεί να αποτελεί δύσκολο εγχείρημα», δήλωσε ο Baudilio Tomé Muguruza, Μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και αρμόδιος για την έκθεση.
Κατά την έναρξη του ελληνικού προγράμματος, η Επιτροπή δεν διέθετε πείρα στη διαχείριση ενός τέτοιου εγχειρήματος και χρειάστηκε ένας χρόνος για να δημιουργηθεί μία διαδικασία που θα ακολουθείτο. Ακόμα όμως και όταν η “η Επιτροπή ανέπτυξε ένα λειτουργικό σύστημα για την αξιολόγηση των όρων, διαπιστώσαμε συνεπακόλουθες αδυναμίες, ιδίως όσον αφορά την αξιολόγηση της υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” αναφέρει η έκθεση.
Η έκθεση τονίζει ότι παρόλο που οι μεταρρυθμίσεις σε φορολογική και δημόσια διοίκηση οι οποίες έφεραν δημοσιονομικά οφέλη “η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ήταν πολύ πιο αδύναμη”. Κατά την έναρξη του ελληνικού προγράμματος η Επιτροπή δεν διέθετε πείρα στην διαχείριση ενός τέτοιου εγχειρήματος.
“Οι μεταρρυθμίσεις στη φορολογία και τη δημόσια διοίκηση είχαν ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση δημοσιονομικών πόρων, ωστόσο, η υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν απέφερε τους ίδιους καρπούς.”
Η αγορά εργασίας κατέστη περισσότερο ευέλικτη και ανταγωνιστική, ενώ περαιτέρω μεταρρυθμίσεις αναμένονται με το τρίτο πρόγραμμα. “
Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος αναδιαρθρώθηκε σημαντικά, ωστόσο, το κόστος της αναδιάρθρωσης αυτής υπερέβη τα 45 δισεκατομμύρια ευρώ”
λέει η έκθεση τονίζοντας ότι το ποσό αυτό διοχετεύθηκε στο τραπεζικό σύστημα και μικρό μόνο μέρος του μπορεί ενδεχομένως να ανακτηθεί.
“Σε όλους τους τομείς πολιτικής, η υλοποίηση ορισμένων βασικών μεταρρυθμίσεων κατέγραψε σημαντική καθυστέρηση ή δεν ήταν αποτελεσματική”
ήταν από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης.
Μία άλλη βασική πρόκληση που αντιμετώπισαν τα προγράμματα προσαρμογής στην χώρα που δεν είχαν να κάνουν με την διαχείριση των θεσμών αυτή την φορά ήταν η πολιτική αστάθεια στην χώρα. Από τον Οκτώβριο του 2009 έως τον Ιανουάριο του 2015, η Ελλάδα πραγματοποίησε έξι εκλογές και μία αλλαγή κυβέρνησης χωρίς εκλογές τον Νοέμβριο του 2011 και κάθε κυβέρνηση χρειάστηκε
“αρκετό χρόνο για να επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή της και την προσέγγισή της στις μεταρρυθμίσεις”.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο θέλοντας να κρατήσει τις ισορροπίες αναφέρεται στις συνέπειες που είχε το Δημοψήφισμα, επισημαίνοντας ότι
“συνέβαλε στην αβεβαιότητα για το μέλλον του προγράμματος και στην οικονομική αστάθεια”
Το πραγματικό χρονοδιάγραμμα των αξιολογήσεων του προγράμματος απομακρύνθηκε σε μεγάλο βαθμό από το αρχικό τριμηνιαίο χρονοδιάγραμμα, αντανακλώντας τις καθυστερήσεις υλοποίησης και τις δυσκολίες επίτευξης συμφωνίας για νέα μέτρα.
Ενώ χτυπά εμμέσως την Ελλάδα (τις προηγούμενες κυβερνήσεις) μέσω της Κομισιόν όταν αναφέρεται σε ανακριβείς αξιολογήσεις και αναποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα στα δυο πρώτα προγράμματα.
Η έκθεση επικεντρώνεται σε τέσσερα βασικά σημεία.
Στην έκθεση εντοπίζονται αδυναμίες συντονισμού μεταξύ των πολιτικών και αναφέρεται ότι
“παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την απότομη μείωση του κόστους εργασίας, οι τιμές δεν μειώθηκαν επαρκώς μέχρι το 2013”.
Το γεγονός ότι στην αρχή του προγράμματος το βασικό βάρος έπεσε στην δημοσιονομική εξυγίανση και την μείωση του τεράστιου ελλείμματος είχε ως αποτέλεσμα οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις να μην γίνουν όπως έπρεπε. Συγχρόνως οι περιορισμένες μειώσεις τιμών ήταν αποτέλεσμα των υψηλότερων έμμεσων φόρων που χρειάστηκαν να επιβληθούν για την δημοσιονομική εξυγίανση.
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισαν και οι τράπεζες καθώς τα δημοσιονομικά μέτρα που πάρθηκαν δεν είχαν αξιολογηθεί στο κατά πόσο θα επηρέαζαν τους οφειλέτες και τα δάνεια.
“ Για παράδειγμα, δεν υπήρξε ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι υψηλότεροι επαναλαμβανόμενοι φόροι επί ακινήτων θα έπλητταν τις τιμές των ακινήτων και τα στεγαστικά δάνεια”
αναφέρει η έκθεση χαρακτηριστικά. Συγχρόνως δεν υπήρξε καμία εκτίμηση του κινδύνου για το “πώς τα φορολογικά μέτρα (π.χ. περικοπές δαπανών σε σχέση με τις αυξήσεις των φορολογικών εσόδων) και η χρονική αλληλουχία τους θα επηρέαζαν την αύξηση του ΑΕΠ, τις εξαγωγές και την ανεργία”.
Στα εργασιακά η έκθεση διαπιστώνει πως έγινε πιο ευέλικτη και ανταγωνιστική ενώ σημαντική ήταν προσαρμογή του μοναδιαίου κόστους εργασίας. “Η μείωση κατά 14,1 %του κόστους αυτού κατά την περίοδο 2010-2015 ήταν η υψηλότερη μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο, στόχος του δεύτερου προγράμματος ήταν η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά περίπου 15 % για την περίοδο 2012-2014.”Σε πολλές περιπτώσεις, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας είτε καθυστέρησαν είτε οι προθεσμίες αυτές δεν τηρήθηκαν καθόλου.