Οι αγορές φοβούνται: Η άνοδος των επιτοκίων ανοίγει το δρόμο για το Trump-effect

Οι αγορές φοβούνται: Η άνοδος των επιτοκίων ανοίγει το δρόμο για το Trump-effect

Η Wall Street μπορεί να ανέκαμψε χθες, αντιδρώντας τεχνικά και ψυχολογικά στη βιαιότητα της διήμερης πτώσης, ωστόσο, το σκηνικό στις αγορές έχει πλέον αλλάξει ανεπιστρεπτί. Μπορεί ο πανικός να μην είναι, ακόμα, the new normal, η ευθεία ανοδική τροχιά όμως είναι παρελθόν και η έντονη μεταβλητότητα κυριαρχεί. Η άνοδος των επιτοκίων και η προοπτική περαιτέρω αύξησης του κόστους του χρήματος αναγκάζει τους επενδυτές να αποτιμήσουν πλέον το ρίσκο που έως τώρα μοιράζονταν με τις κεντρικές τράπεζες.

Διαφήμιση

Οι δηλώσεις Τραμπ, το γεωπολιτικό σκηνικό, ο εμπορικός και ο νομισματικός πόλεμος, και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ξαναμπαίνουν στην καθημερινότητα των αγορών. Ο παράγοντας ρίσκο επανέρχεται στους σχεδιασμούς και στις επενδυτικές αποφάσεις.

Με δεδομένη τη συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ, τις υψηλών τόνων αντιπαραθέσεις και την πολιτική προκλήσεων που ακολουθεί η Wall Street αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη με τους χειρότερους φόβους της. Οι αγορές, όσο ανεβαίνουν τα επιτόκια γίνονται πιο ευαίσθητες στη ρητορική και οι αναταράξεις θα έχουν πλέον οικονομικό αντίκτυπο. Η διασύνδεση του Λευκού Οίκου με την πραγματικότητα αναμένεται να αποκατασταθεί μέσω της Wall Street, καθώς είναι γνωστό ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιλαμβάνεται πολύ καλύτερα τις κραυγές των αγορών από αυτές των πολιτών.

Όπως φαίνεται και από τον δείκτη “φόβου” VIX, η μεταβλητότητα στις αγορές εκτοξεύθηκε, αυτό είναι σαφής ένδειξη της αύξησης του ρίσκου στους υπολογισμούς των αγορών, που προκαλείται από την αύξηση του κόστους του χρήματος που αναγκάζει τους επενδυτές να αποτιμήσουν σημαντικό μέρος του αντίκτυπου των γεωπολιτικών, γεωοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στις αποφάσεις τους.

Τα αμερικανικά χρηματιστήρια ανέκαμψαν χθες, ανακτώντας μέρος των διήμερων απωλειών τους, επιβεβαιώνοντας όμως ότι το σύστημα λειτουργεί και ότι δεν πρόκειται για γενικευμένη τάση, αλλά για το πρώτο στάδιο της αποθέρμανσης των αγορών, καθώς η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας αποκτά δυναμική, για τη χαλιναγώγηση της οποίας ενδεχομένως να απαιτηθεί πιο σφιχτή νομισματική πολιτική.

Ο Dow Jones έκλεισε με κέρδη 2,3%, σκαρφαλώνοντας στις 24.912,77 μονάδες, μετά από σωρευμένες απώλειες που υπερέβησαν το 6% στις συνεδριάσεις της Παρασκευής και της Δευτέρας, ενώ σημείωσε τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από τον Νοέμβριο του 2016.

Ο τεχνολογικός Nasdaq σημείωσε άλμα 2,1%, κλείνοντας στις 7.115,88 μονάδες. καταγράφοντας τα υψηλότερα κέρδη από τον Οκτώβριο του 2017,

ενώ ο ευρύτερος S&P 500 ενισχύθηκε κατά 1,7%, διαμορφούμενος στις 2.695,14 μονάδες.

Οι δείκτες είχαν προηγουμένως καταγράψει μεγάλες διακυμάνσεις σε κλίμα νευρικότητας μετά το μαζικό sell-off της Δευτέρας που οδήγησε τον Dow Jones σε βουτιά σχεδόν 1.600 μονάδων στα χαμηλά της ημέρας. Ο βιομηχανικός δείκτης τελικά έχασε 1.175 μονάδες, τις περισσότερες στην ιστορία του, ενώ S&P 500 και Nasdaq έκλεισαν στο -4,1% και -3,8% αντίστοιχα.

Από τις 30 μετοχές που απαρτίζουν τον δείκτη Dow Jones 26 έκλεισαν με θετικό πρόσημο και μόλις 4 με αρνητικό. Εξ΄ αυτών τα μεγαλύτερα ποσοστιαία κέρδη σημείωσε η DowDuPont στα 71,89 δολ. με άνοδο 4,05 δολ. ή σε ποσοστό 5,97%. Ακολούθησαν η Home Depot με άνοδο 4,33% στα 191,04 δολ. και η Apple με κέρδη 4,18% στα 163,03 δολ.

Στον αντίποδα, οι μετοχές με τη χειρότερη επίδοση σήμερα ήταν η Exxon Mobil (-1,72%), η Merck (-1,67%) και η Coca-Cola (-0,49%).

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Steven Mnuchin εμφανίστηκε καθησυχαστικός, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στις αγορές και εκφράζοντας την πεποίθηση του ότι οι αγορές λειτουργούν “φυσιολογικά σε όρους ρευστότητας και άλλων πραγμάτων”.

Μιλώντας στην Επιτροπή Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων ο Munchin επισήμανε ότι οι αγορές “έχουν σημειώσει ισχυρή άνοδο, πάνω από 30% από την εκλογή του προέδρουTrump”.

Ο Mnuchin σημείωσε παράλληλα ότι η φορολογική μεταρρύθμιση των Ρεπουμπλικάνων θα είναι “ιδιαίτερα θετική” για την ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. “Ήδη το βλέπουμε αυτό σε όρους επιχειρηματικών επενδύσεων που επιστρέφουν στις ΗΠΑ και στον αντίκτυπο στα εταιρικά κέρδη”, πρόσθεσε.