Ιερουσαλήμ: Η πόλη των θεών, των παθών και των καταστροφών

Ιερουσαλήμ: Η πόλη των θεών, των παθών και των καταστροφών

Η Ιερουσαλήμ (εβραϊκά: יְרוּשָׁלַיִם, αραβικά: القُدس, αναφέρεται και ως Ιεροσόλυμα) είναι πόλη η οποία βρίσκεται σε ένα υψίπεδο στα όρη της Ιουδαίας, ανάμεσα στη Μεσόγειο και τη Νεκρά Θάλασσα. Το καθεστώς της πόλης είναι αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη. Το Ισραήλ την έχει ανακηρύξει πρωτεύουσά του από το 1949, και παράλληλα αποτελεί την μεγαλύτερη πόλη του Ισραήλ, αλλά το ανατολικό τμήμα της πόλης θεωρείται από την διεθνή κοινότητα ως κατεχόμενο τμήμα της Παλαιστίνης, μετά τον πόλεμο των έξι ημερών, το 1967, όταν οι Ισραηλινές δυνάμεις το κατέλαβαν από την Ιορδανία. Στην Ιερουσαλήμ βρίσκονται η Κνεσέτ (το κοινοβούλιο του Ισραήλ), η προεδρική και η πρωθυπουργική κατοικία και το Ανώτατο δικαστήριο του Ισραήλ.

Διαφήμιση

Είναι αρχαία πόλη, η οποία αποτελεί ιουδαϊκό, χριστιανικό και ισλαμικό κέντρο θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας. Πιθανώς πρόκειται για την αρχαία πόλη Σαλήμ, της οποίας βασιλιάς υπήρξε ο Μελχισεδέκ. Την πόλη αυτή, η οποία μεταγενέστερα ονομαζόταν Ιεβούς, κατέλαβε ο βασιλιάς Δαβίδ από τους Ιεβουσαίους. Μετά τη διαίρεση του έθνους του Ισραήλ η Ιερουσαλήμ κατέστη πρωτεύουσα και άγια πόλη των Ισραηλιτών και του νοτίου βασιλείου του Ιούδα. Επίσης στην πόλη αυτή ο βασιλιάς Σολομώντας έχτισε τον μεγαλοπρεπή ιουδαϊκό Ναό ο οποίος καταστράφηκε λίγους αιώνες αργότερα από τους Βαβυλώνιους. Σήμερα σώζεται μόνο ένα τμήμα του τείχους από την περίοδο του Δεύτερου Ναού, το γνωστό «τείχος των δακρύων» ή ορθότερα «Δυτικό Τείχος».

Η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, περιβαλλόμενη από έναν οχυρωμένο τοίχο και διαιρεμένη σε τέσσερις συνοικίες: την αρμένικη, την χριστιανική, τη μουσουλμανική και την εβραϊκή. Λόγω των Αγίων Τόπων παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση. Αξιοθέατα της αποτελούν το Κάστρο (24 π.Χ.), ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιακώβου του 12ου αιώνα, το Όρος του Ναού (Χαράμ αλ-Σαρίφ), το τέμενος Αλ-Ακσά (705–715), ο Τρούλος (ή Θόλος) του Βράχου, το Δυτικό τείχος, το Φρούριο Αντωνία, ο Ναός του Πανάγιου Τάφου, ο κήπος της Γεσθημανής, οι Τάφοι των Βασιλέων και το Όρος των Ελαιών.

Ετυμολογία

Μια πόλη που αποκαλείται Ρουσαλίμ σε έγγραφα του Μέσου Βασιλείου της Αιγύπτου (περίπου 19ος αιώνα ΠΚΕ) ταυτίζεται, αν και όχι από όλους, με την Ιερουσαλήμ. Η Ιερουσαλήμ αποκαλείται Ουρουσαλίμ στις επιστολές της Αμάρνα (1330 ΠΚΕ).

Το όνομα Ιερουσαλήμ ετυμολογείται συχνά ως «θεμέλιο (σουμεριακά γιερού, να θεμελιώσει) του θεού Σαλίμ», και έτσι ο θεός Σαλίμ θεωρείται ως πρώτος «πολιούχος» του πόλη της εποχής του ορείχαλκου.Η μορφή Ιερουσαλήμ ή Ιερουσαλαγίμ πρωτοεμφανίζεται στη Βίβλο, στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή. Σύμφωνα με ένα Μιδράς, το όνομα είναι συνδυασμός του Yhwh Yir’eh («ο Θεός θα το είδε», το όνομα που ο Αβραάμ έδωσε στο μέρος όπου ξεκίνησε να θυσιάζει το γιο του) και της πόλης Σαλήμ.

Η πρώτη αναφορά πέρα των βιβλικών Εβραίων της λέξης Ιερουσαλήμ χρονολογείται από τον 6ο ή 7ο αιώνα ΠΚΕ και ανακαλύφθηκε στο Χιρμπέτ Μπέιτ Λέι το 1961. Η επιγραφή αναφέρει «Είμαι ο Γιαχβέ ο Θεός, θα αποδεχθώ τις πόλεις της Ιουδαίας και θα λυτρώσω την Ιερουσαλήμ», ενώ άλλοι μελετητές την αποδίδουν ως «Ο Γιαχβέ είναι ο Θεός όλης της γης. Τα βουνά της Ιουδαίας του ανήκουν, στον Θεό της Ιερουσαλήμ».

Σαλίμ ή Σαλήμ ήταν το όνομα του θεού του λυκόφωτος στη θρησκεία των Χαναανιτών, του οποίου το όνομα βασίζεται στην ίδια ρίζα Σ-Λ-Μ από την οποία προέρχεται η εβραϊκή λέξη για την «ειρήνη» (Σαλάμ ή Σαλόμ στα σύγχρονα αραβικά και εβραϊκά).[19][20] Οπότε, το όνομα μπορούσε να ετυμολογηθεί ως «Πόλη της Ειρήνης»[9][21] ή «Καταφυγίο της Ειρήνης»,[22][23] εναλλακτικά «Όραμα της Ειρήνης» για κάποιους Χριστιανούς συγγραφείς.[24] Η κατάληξη -αγίμ δηλώνει το διττό, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ιερουσαλαγίμ αναφέρεται στο γεγονός ότι η πόλη είναι κτισμένη πάνω σε δύο λόφους.

Ο πιο αρχαίος οικισμός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ιδρύθηκε την εποχή του χαλκού στο λόφο πάνω από την πηγή Γκιχόν, σύμφωνα με τη Βίβλο ονομαζόταν Ιεβούς.[27] Αρχικά ονομαζόταν οχυρό Σιών, αλλά ο Δαυίδ την ονόμασε Πόλη του Δαβίδ, και έτσι ήταν γνωστή στην αρχαιότητα.[29][30] Το όνομα Σιών αρχικά χρησιμοποιούταν μόνο για ένα τμήμα της πόλης, αλλά στη συνεχεία έφτασε να σημαίνει όλη τη πόλη και τη βιβλική Γη του Ισραήλ. Στα ελληνικά και στα λατινικά, το όνομα της πόλης είναι Ιεροσόλυμα ή Ιερουσαλήμ, συσχετίζοντας το όνομα ετυμολογικά με τη λέξη «ιερός».

Ιστορία της Ιερουσαλήμ

Η Ιερουσαλήμ είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της παγκόσμιας ιστορίας. Την ίδρυσαν οι Καναανίτες το 2000 π.Χ. Το 1400 π.Χ. ήταν υποτελής στον Φαραώ της Αιγύπτου. Το 1000 π.Χ. ο Δαβίδ την έκανε πρωτεύουσα του Ισραηλιτικού έθνους κι αργότερα ο Σολομώντας έχτισε εκεί τον περίφημο ναό του για τη λατρεία του Θεού των Εβραίων, καθιστώντας την και θρησκευτικό κέντρο. Όταν ο Σολομώντας πέθανε και το κράτος του Ισραήλ χωρίστηκε στα δύο, η Ιερουσαλήμ ήταν πρωτεύουσα του βασιλείου του Ιούδα. Η πόλη πέρασε στα χέρια των Βαβυλωνίων το 586 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε μαζί με τον ναό του Σολωμόντα. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή των Περσών, των Ελλήνων, των Σελευκιδών, των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων γνωρίζοντας και άλλες καταστροφές, αλλά πάντοτε αναστηλωνόταν. Στα χρόνια μάλιστα του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (175 -164 π.Χ.), η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Αντιόχεια. Η πιο μεγάλη καταστροφή έγινε το 70 μ.Χ. από τους Ρωμαίους με αφορμή την επανάσταση των Εβραίων.

Η πόλη ξαναχτίστηκε το 134 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αδριανό ως νέα πόλη με το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα. Στην καταστροφή του 70 μ.Χ. καταστράφηκε και ο δεύτερος ναός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος είχε οικοδομηθεί πάνω στα ερείπεια του πρώτου το 516 π.Χ. Μετά τους Ρωμαίους, η πόλη περιήλθε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος της απόδωσε το παλιό της όνομα, έχτισε με τη μητέρα του την Αγία Ελένη το ναό της Ανάστασης στο λόφο του Γολγοθά και τη στόλισε με πολλά μνημεία. Το 637 μ.Χ. κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ οι Άραβες οι οποίοι την έλεγαν Κουντούς Σερίφ, που σημαίνει ιερή πόλη. Οι Άραβες έχτισαν το 691 μ.Χ. πάνω στα ερείπια του δευτέρου ναού της Ιερουσαλήμ ένα περίλαμπρο τζαμί, το Τέμενος του Ομάρ. Το 1099 την πήραν οι Σταυροφόροι, οι οποίοι την έκαναν έδρα βασιλείου.

Το 1187 την ανακατέλαβαν οι Άραβες, ενώ αργότερα την κατέλαβαν εκ νέου οι Σταυροφόροι.[εκκρεμεί παραπομπή] Το 1517 την πήραν οι Τούρκοι και το 1917 οι Βρετανοί, οι οποίοι αποχώρησαν από εκεί όταν άρχισε να γίνεται αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ των Αράβων και των Εβραίων. Τελικά, το 1947 ένα τμήμα της έγινε εβραϊκό και το άλλο αραβικό, ενώ από το 1967 βρίσκεται υπό πλήρη Ισραηλινή κατοχή.

 

ΠΗΓΗ: Wikipedia

Διευθυντής Πληροφοριών στο Crisis Monitor και επικεφαλής του συντονιστικού συμβουλίου της Crisis Zone, δημοσιογράφος, με ειδίκευση στα οικονομικά, τραπεζικά και διεθνή θέματα.
Συνδέοντας τις κουκίδες μπορούμε να καταλήξουμε σε αποτελέσματα, αν δεν τις συνδέσουμε θα παραμείνουμε στο σκοτάδι.
Εχει διατελέσει σε επιτελικές θέσεις σε αρκετά ακόμα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.