Τα σκάνδαλα μοχλός πολιτικών εξελίξεων

Τα σκάνδαλα μοχλός πολιτικών εξελίξεων

Διαχρονικά τα σκάνδαλα, η πολιτική εικοτολογία και σκανδαλολογία έχουν διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, οδηγώντας σε ανατροπές κυβερνήσεων, πολιτικό ξεσκαρτάρισμα, ενώ πολλές φορές έχουν αποτελέσει όπλο πολιτικο-επιχειρηματικής αντιπαράθεσης και ποδηγέτησης των αποφάσεων.

Διαφήμιση

Στην Ελλάδα, ωστόσο, λίγες φορές αυτά προέκυψαν από δημοσιογραφική έρευνα, καθώς συνήθως ήταν προϊόν πολιτικής παροχέτευσης με στόχο την εξόντωση πολιτικών αντιπάλων και όχι την ανάδειξη αυτού καθ αυτού του σκανδάλου ως προϊόν κακής πολιτικής πρακτικής και με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και φορέα τη δημοσιογραφία ως θεσμικό ελεγκτή της πολιτικής.

Από το σχέδιο Περικλής για την ποδηγέτηση της ψήφου στις εκλογές του 1961, το σκάνδαλο του ΑΣΠΙΔΑ που οδήγησε στην αποστασία το 1965 και στη χούντα του 1974, εισάγοντας την Ελλάδα σε περίοδο έντονης πολιτικής αβεβαιότητας και εν συνεχεία στον «γύψο», μέχρι το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου -για το οποίο αθωώθηκαν οι εμπλεκόμενοι-, μέχρι την υπόθεση Ζαχόπουλου, πολιτικές εξελίξεις έχουν πυροδοτηθεί οδηγώντας ακόμα και σε δημοκρατική εκτροπή με βάση τον αντίκτυπο που μέσα από τα media στην κοινωνία κάθε εποχή.

Και διεθνώς το σκάνδαλο σεξουαλικών παρενοχλήσεων που ξεκίνησε από το Χόλιγουντ μετράει ήδη θύτες και θύματα στο πολιτικό σκηνικό, τη δημοσιογραφία και τη διανόηση, εντός και εκτός των ΗΠΑ, θέτοντας εν αμφιβόλω την επιβίωση της κυβέρνησης Μέι και υπό αμφισβήτηση της αξιοπιστίας κορυφαίων δημοσιογράφων και δημοσιογραφικών οργανισμών, ενεργοποιώντας παράλληλα τα πλέον συντηρητικά αντανακλαστικά των κοινωνιών.

Η πλήρης ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών ισορροπιών ακόμα και του κοινωνικού και πολιτειακού status quo ήταν οι συνέπειες της ενεργοποίησης κοινωνικών αντανακλαστικών μέσω της διαρροής ειδήσεων και της χρήσης της επιρροής των media αλλά και της τεχνικής της προπαγάνδας.

Σπίλωση προσωπικοτήτων, αποδόμηση πολιτικών, στρέβλωση θέσεων και προπαγάνδα είναι μόνο μερικές από τις τεχνικές, όπλα και αποτελέσματα της χρήσης υποθέσεων ή της δημιουργίας σκανδάλων.

Τις τελευταίες εβδομάδες η υπόθεση της πώλησης βλημάτων στη Σαουδική Αραβία και η εμπλοκή μεσάζοντα φαίνεται να οδηγεί την κυβέρνηση σε δίνη και το πολιτικό σύστημα σε συσπείρωση, χωρίς ωστόσο ακόμα να υπάρχουν σαφή δημοσιοποιημένα στοιχεία και χωρίς να στοιχειοθετείται κάτι συγκεκριμένο.

Η δυναμική όμως της υπόθεσης, η ανάμειξη των media και η ανάγκη κυβέρνησης και αντιπολίτευσης να συσπειρώσουν δυνάμεις, να τραβήξουν γραμμές και να εκφράσουν διακριτό πολιτικό σίγμα αποτελούν στην πραγματικότητα τον οδηγό των εξελίξεων.

Σκάνδαλο ναυπήγησης ελληνικών φρεγατών (1824)

Το σκάνδαλο ναυπήγησης των φρεγατών αποτελεί ένα από τα πρώτα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα στην νεώτερη ιστορία του ελληνικού κράτους έχοντας άμεση σχέση με την διαχείριση του αγγλικού δανείου του 1824.[1] Επρόκειτο για μια εμπορική σύμβαση μεταξύ της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης των επαναστατημένων Ελλήνων και των Αμερικανών ναυπηγών σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα παρήγγειλε μια σειρά ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων μεταξύ των οποίων και δύο φρεγάτες. Κατά τη διάρκεια όμως της ναυπήγησης οι Αμερικανοί ναυπηγοί χρησιμοποιώντας την εκεί νομοθεσία καθώς και άλλα αθέμιτα μέσα απαίτησαν μεγαλύτερα από τα ήδη συμφωνημένα ποσά καθυστερώντας την ναυπήγηση των πλοίων. Τελικά, ύστερα από παρέμβαση της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης, κατέστη δυνατό να παραδοθεί μια μόνο φρεγάτα (Ελλάς). Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στις ΗΠΑ, Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι εξαγοράστηκε από τους Αμερικανούς.

Διαβάστε  Δίκτυο πορνείας και sex trafficking εξάρθρωσε η ΕΛ.ΑΣ

Η καθυστέρηση της ναυπήγησης είχε ως αποτέλεσμα την μη ενίσχυση[2] της άμυνας του Μεσολογγίου καθώς και την εξάντληση μεγάλου μέρους του αγγλικού δανείου. Για την ναυπήγηση της μιας φρεγάτας υπολογίζεται ότι το κόστος ανήλθε στα 750.000 δολάρια, δηλαδή σχεδόν διπλάσιο από το αρχικά συμφωνημένο ποσό.

Η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ και η αποστασία του 1965

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν ένα πολιτικό και στρατιωτικό σκάνδαλο που ξέσπασε στην Ελλάδα στα μέσα Μαΐου του 1965 και ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην αποστασία του 1965.

Δύο εβδομάδες μετά τον ανασχηματισμό και την επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου στην κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου ξέσπασε η «βόμβα» της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία). Παράγοντες της Δεξιάς κατήγγειλαν ότι υπήρχε μέσα στο στρατό οργάνωση με τα αρχικά αυτά και με απόκλιση προς τα «αριστερά», με πολιτικό αρχηγό το γιο του πρωθυπουργού. Από τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν αργότερα προέκυψε ότι ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας και ο στρατηγός Γεννηματάς είχαν ενημερωθεί για κάποιες «κινήσεις» για οργάνωση και «μυήσεις» σε ορισμένες στρατιωτικές μονάδες στην Κύπρο και στην Αθήνα, τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 1965. Κάποια στιγμή ενημέρωσαν το βασιλιά, όχι όμως και τον πρωθυπουργό. Κεντρικό πρόσωπο στις κινήσεις αυτές παρουσιαζόταν ο λοχαγός Άρις Μπουλούκος, παλαιό μέλος της οργάνωσης Χ του Γρίβα, που είχε τοποθετηθεί στην ΚΥΠ, κατόπιν επιμονής του συμπατριώτη του υπουργού Εξωτερικών Σταύρου Κωστόπουλου, και είχε μετατεθεί στην Κύπρο, κατόπιν παρακλήσεως του ίδιου του Γρίβα.

Ο Μπουλούκος, μαζί με άλλους αξιωματικούς, είχαν επισκεφθεί επανειλημμένα τον Ανδρέα Παπανδρέου, με πρόσχημα κάποιο ρουσφέτι, στην πραγματικότητα όμως για να αποκτήσουν από τις επισκέψεις αυτές «ατού» και ακτινοβολία μεταξύ των συναδέλφων τους. Μία δακτυλογραφημένη αναφορά του Γρίβα προς τον Γαρουφαλιά, που έφτασε στα χέρια του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, περιείχε και τον «όρκο» της οργάνωσης του ΑΣΠΙΔΑ, ενώ στην εισαγωγική αναφορά του ο Γρίβας μνημόνευε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου σημειώνει στις αναμνήσεις του:

«Η ανησυχία του πατέρα μου ξεκινούσε από το γεγονός ότι η εισαγωγική παράγραφος της αναφοράς του Γρίβα αναφερόταν σε εμένα. Ο Γρίβας υποστήριζε πως η επίσκεψή μου στην Κύπρο υπονόμευσε το ηθικό του εκεί ελληνικού στρατού και υπογράμμιζε το γεγονός ότι ο λοχαγός Μπουλούκος μιλούσε με θαυμασμό για μένα στους συναδέλφους του. Ο Γρίβας υπαινισσόταν πως υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ εμού και της ομάδας του ΑΣΠΙΔΑ».

Το σχέδιο Προμηθεύς και η Χούντα

Διαβάστε  Μήνυμα Νουί προς τραπεζίτες: Κάψτε κεφάλαια, σβήστε κόκκινα δάνεια

Το σχέδιο Προμηθεύς ήταν σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ που προοριζόταν για την ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής απειλής. Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη νευραλγικών κτιρίων και εγκαταστάσεων από τον στρατό και την σύλληψη στελεχών της αριστεράς. Είναι στενά συνδεδεμένο με την Νεότερη Ελληνική Ιστορία, καθώς παραλλαγή του με το όνομα Ιέραξ II χρησιμοποιήθηκε από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στο Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 για την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας και την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Το σχέδιο Ιέραξ ΙΙ προέβλεπε επίσης την σύλληψη του Ανδρέα Παπανδρέου, του πρώην υφυπουργού Άμυνας Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, δημοσιογράφων και άλλων. Η εφαρμογή του θα γινόταν μετά από εντολή ή ατύχημα του βασιλιά Κωνσταντίνου με συγκεκριμένες αποστολές από μονάδες-κλειδιά.

Σκάνδαλο Κοσκωτά και Ειδικό Δικατήριο

Το Σκάνδαλο Κοσκωτά αφορούσε ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα σηματοδότησε, κυρίως, τον αγώνα για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και των τραπεζών. Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο τραπεζίτης Γιώργος Κοσκωτάς, πλην όμως ενεπλάκησαν σ΄ αυτό και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Παραπέμφθηκαν σε δίκη ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρώην Πρωθυπουργός, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δημήτρης Τσοβόλας, πρώην Υπουργός Οικονομικών και ο Γιώργος Πέτσος, πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Από αυτούς, ο Ανδρέας Παπανδρέου κρίθηκε αθώος σε όλες τις κατηγορίες, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε γιατί είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής και το Ευρωκοινοβούλιο αρνήθηκε να άρει την ασυλία του, ενώ ο Μένιος Κουτσόγιωργας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος κρίθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Οι ποινές τους ήταν 2,5 χρόνια (εξαγοράσιμη) για τον πρώτο και 10 μήνες με αναστολή για τον δεύτερο, με αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δύο, για τρία και δύο χρόνια αντίστοιχα.

Η δίκη ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1991 και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1992. Νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1990, ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε κριθεί προφυλακιστέος και για τρεις μήνες είχε οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού (αφέθηκε ελεύθερος τον Ιανουάριο του 1991 με εγγύηση 70 εκατομμυρίων δραχμών), σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που παρέμειναν ελεύθεροι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Διαβάστε  Η Handelsblatt προλειαίνει το έδαφος για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να εμφανιστεί στη δίκη και δεν πήγε ούτε μία φορά στο δικαστήριο. Επίσης αρνήθηκε να ορίσει συνηγόρους υπεράσπισής του. Παρότι οι δικαστές είχαν δικαίωμα να διατάξουν την βίαιη προσαγωγή του στο δικαστήριο, τελικά δεν το έπραξαν. Αντίθετα, οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος έδωσαν κανονικά το παρών στη δίκη, με τον Τσοβόλα να έρχεται συχνά σε έντονη αντιπαράθεση με τους δικαστές.

Άμεσο επακόλουθο του σκανδάλου Κοσκωτά ήταν η παραπομπή σε δίκη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, από τη νέα (μετά το 1993) κυβερνητική πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των υπουργών της κυβέρνησής του Ιωάννη Παλαιοκρασσά και Ανδρέα Ανδριανόπουλου για την ιδιωτικοποίηση της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παραπέμφθηκε με τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, της παθητικής δωροδοκίας κατ’εξακολούθηση και της παράβασης καθήκοντος και οι υπουργοί με τις κατηγορίες της απιστίας και της παράβασης καθήκοντος, ενώ ο Κων. Μητσοτάκης επίσης παραπέμφθηκε για τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών προσώπων. Την Πρωτοχρονιά του 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την αναστολή των διώξεων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιανουαρίου.

Η υπόθεση Siemens

Το σκάνδαλο Siemens στην Ελλάδα είναι μια υπόθεση που αφορά σε ενδεχόμενο χρηματισμό Ελλήνων πολιτικών και στελεχών δημόσιων οργανισμών, όπως ο ΟΤΕ, από την γερμανική εταιρεία Siemens, σχετιζόμενο με συμβάσεις προμήθειας υλικών, υπηρεσιών και συστημάτων στο Ελληνικό Δημόσιο. Η υπόθεση ερευνάται από το 2008, τόσο από την ελληνική Δικαιοσύνη, όσο και από μια εξεταστική επιτροπή του Ελληνικού Κοινοβουλίου, σε συνεργασία με τις γερμανικές δικαστικές αρχές του Μονάχου. Η δίκη για τα μαύρα ταμεία της Siemens ξεκίνησε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον Φεβρουάριο του 2017, 11 χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας στην Ελλάδα, με συνολικά 64 κατηγορούμενους, Έλληνες και Γερμανούς, μεταξύ των οποίων πρώην στελέχη της Siemens Ελλάδας, πρώην στελέχη της μητρικής εταιρίας αλλά και στελέχη του ΟΤΕ που φέρονται ως αποδέκτες μαύρου χρήματος.

Το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε όταν έγινε γνωστό στη Γερμανία ότι η Siemens δαπάνησε 1,3 δις ευρώ σε αμφιλεγόμενες πληρωμές (δωροδοκίες) για να εξασφαλίζει συμβόλαια σε διάφορες χώρες μεταξύ των ετών 1999 και 2006. Στελέχη της Siemens έχουν ισχυριστεί ότι συνολικά το ποσόν των 130 εκατομμυρίων μάρκων είχε δοθεί σε Έλληνες. Καταθέτοντας στη δίκη για τα μαύρα ταμεία της Siemens, τον Μάρτιο του 2017, ο πρώην πρόεδρος του ΟΤΕ, Παναγής Βουρλούμης, είπε ότι σύμφωνα με το πρώην στέλεχος της Siemens, Ράινχαρτ Σίκατσεκ, είχαν δωροδοκηθεί 50 με 75 στελέχη του ΟΤΕ.

Διαφήμιση