Ο οδικός χάρτης για έξοδο από το Μνημόνιο περνάει από NPL’s, πλειστηριασμούς και τράπεζες

Ο οδικός χάρτης για έξοδο από το Μνημόνιο περνάει από NPL’s, πλειστηριασμούς και τράπεζες

Το τελικό μοντέλο αποκατάστασης της βιωσιμότητας του ελληνικού Δημοσίου χρέους, ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων και η κάλυψη των αναγκών που θα προκύψουν από τις ασκήσεις αντοχής των συστημικών τραπεζών, είναι τα μείζονα ζητήματα που θα καθορίσουν τον χρόνο και τον τρόπο εξόδου της Ελλάδας από το Μνημόνιο, τη διαδικασία επιτήρησης και τον χρονικό ορίζοντα επιστροφής στην κανονικότητα.

Διαφήμιση

Με τη γαλλική πρόταση να επικρατεί στο ζήτημα του υπολογισμού και της εφαρμογής των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, ανοιχτό παραμένει το ζήτημα αντιμετώπισης των NPL’s/NPE’s που συνδέονται όμως άμεσα με τους πλειστηριασμούς, τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, το νόμο Κατσέλη και τις κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών.

Τα ζητήματα αυτά είναι αλληλένδετα και κομβικά για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας, ενώ είναι αδύνατο να κλείσει έστω και ένα, αν δεν κλείσουν όλα. Η περίεργη διασύνδεση των θεμάτων αυτών αποτελεί το βασικό μοχλό πίεσης για την ολοκλήρωση τόσο της τρίτης αξιολόγησης όσο και των θεσμικών παρεμβάσεων που θα οδηγήσουν στην έξοδο της Ελλάδας από τα Μνημόνια.

Το μαξιλάρι του ESM

Η κυβέρνηση κατάφερε να διασφαλίσει την παράλληλη συζήτηση των θεμάτων αυτών στην τρίτη αξιολόγηση και να θέσει χρονοδιάγραμμα επίλυσής τους στο τέλος του προγράμματος στήριξης. Ωστόσο ο οδικός χάρτης που χαράχθηκε εκ των υστέρων δίνει προτεραιότητα στις υποχρεώσεις της Ελλάδας για τη στήριξη των τραπεζών, μέσω της βελτιστοποίησης της προοπτικής είσπραξης μέρους των απαιτήσεών τους, έτσι ώστε να αποφευχθεί ή να περιοριστούν το δυνατόν περισσότερο οι εν δυνάμει κεφαλαιακές ανάγκες και συνεπώς η χρήση κεφαλαίων του ESM.

Η πολυπλοκότητα του θέματος, οι κοινωνικές επιπτώσεις και το συνεπακόλουθο πολιτικό κόστος οδηγούν σε αποσπασματικές ρυθμίσεις, ελλιπή σχεδιασμό, δημιουργώντας παράλληλα τάση αποφυγής του θέματος. Η παρελκυστική, αυτή, τακτική όμως διακόπηκε με την παρέμβαση του ΔΝΤ για την επίσπευση των stress tests και τη διαμόρφωση της φόρμουλας των ασκήσεων με τρόπο που θα δίνει σαφή και ευρεία εικόνα. Το ΔΝΤ πιέζει προς την κατεύθυνση της χρήσης, ήδη εγκεκριμένων, κεφαλαίων από τον ESM για τη δημιουργία bad bank και τη συγχρηματοδότηση της εκκαθάρισης των ισολογισμών των τραπεζών.

Την επιλογή αυτή προσπαθεί να αποφύγει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης καθώς θα οδηγήσει σε αύξηση του χρέους, ισχυροποιώντας τα δεσμά στην άσκηση πολιτικής και δυσχεραίνοντας τη διαδικασία εξόδου από Μνημόνιο και εποπτεία. Αυτό όμως συνεπάγεται αντιμετώπιση των προβλημάτων με ίδια κεφάλαια, ήτοι ή νέες αυξήσεις κεφαλαίου στις τράπεζες με ιδιωτικά κεφάλαια, τα οποία είναι ακόμα δυσπρόσιτα και δεν κουβαλούν νέες απαιτήσεις.

Ο μεσαίος δρόμος των τραπεζιτών

Οι τραπεζίτες προσπαθώντας να επιτύχουν μια μεσοβέζικη λύση για τη διατήρηση του ελέγχου των τραπεζών και την αποφυγή νέου γύρου αντιπαράθεσης με τους επενδυτές αλλά και απομείωσης της συμμετοχής του Δημοσίου, ασκούν πιέσεις σε δυο παράλληλα μέτωπα, επιτυγχάνοντας τουλάχιστον στο ένα.

Το lobbying στην αρχή εποπτείας (SSM) και την EBA φαίνεται ότι αποδίδει καρπούς καθώς δεν θα προηγηθεί πλήρης εξέταση της κατάστασης του ενεργητικού (AQR) προ των stress tests, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται ο διαχωρισμός παλιών και νέων NPL και η σταδιακή κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών που θα προκύψουν από αυτά.

Την ίδια στιγμή όμως, δυσκολότερη είναι η επίτευξη συνεννόησης για το μείζον ζήτημα των πλειστηριασμών και του εξωδικαστικού συμβιβασμού, παρεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς τις προοπτικές και να περιορίσουν τις τρύπες που δημιουργούνται. Το πολιτικό κόστος που έχουν οι πλειστηριασμοί και η συνεπακόλουθη πολιτική εκμετάλλευση του θέματος λειτουργούν αποτρεπτικά για την εξεύρεση λύσης, καθώς το θέμα κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου.

Οι τράπεζες θέλοντας όμως να εμφανίσουν άμεσα ικανό βαθμό ειπραξιμότητας και να βελτιώσουν τους δείκτες απόδοσης της διοίκησης και των ιδίων κεφαλαίων, επιδιώκουν την πλήρη χρήση των διαθέσιμων εργαλείων, η οποία όμως αναστέλλεται από αντιδράσεις σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Την ίδια στιγμή η προσπάθεια λειτουργίας πρωτογενούς και δευτερογενούς αγοράς κόκκινων δανείων, έχει περιορισμένες προοπτικές, καθώς ο τρόπος λειτουργίας δεν είναι μαζικός και ως εκ τούτου ούτε παραγωγικός. Αντιστοίχως και η προσπάθεια δημιουργία νέας ρύθμισης τα πρότυπα που οι τράπεζες όρισαν, επίσης αποτυγχάνει λόγω της φύσης των ρυθμίσεων και των απαιτήσεων διασφάλισης που απαιτούνται, καθιστώντας ασύμφορες τέτοιου τύπου συμφωνίες και συντηρώντας το καθεστώς αδράνειας και απραξίας.

Υπ αυτό το πρίσμα, το σκηνικό που διαμορφώνεται φαίνεται ότι οδηγεί αναπόδραστα στην κατάρτιση μιας σύνθετα δομημένης λύσης με τη συμμετοχή Δημοσίου, ιδιωτών και δανειοληπτών, στα πρότυπα της ιταλικής Monte dei Paschi.

Το χρέος

Σύμφωνα με τη γαλλική πρόταση προβλέπεται η εισαγωγή ενός μηχανισμού, που θα συνδέει τον ρυθμό αποπληρωμής του χρέους προς τον ESM με την ανάπτυξη. Η πρόταση αυτή ενσωματώθηκε τον περασμένο Ιούνιο στο «πακέτο» των μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα μπορούσαν να ληφθούν για την ελάφρυνση του χρέους. Παράλληλα, τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, που συμφωνήθηκαν το 2016, προβλέπουν

  • Επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών χωρών – μελών από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που είχαν αγοράσει με την εμφάνιση της κρίσης το 2010. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως «μαξιλάρι» για την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές μετά τη λήξη του μνημονίου.
  • Πρόωρη ή μερική αποπληρωμή των υπαρχόντων επίσημων δανείων προς την Ελλάδα, με μείωση του επιτοκιακού κόστους και επέκτασης της περιόδου αποπληρωμής. Πρόκειται για τα 52,9 δισ. ευρώ που είχαν δοθεί από τους εταίρους διμερώς στο πλαίσιο της πρώτης διάσωσης.
  • Πιθανή παράταση του χρόνου αποπληρωμής και διασφάλιση των χαμηλών επιτοκίων των δανείων της δεύτερης διάσωσης.
    Αποπληρωμή επενδυτών

Με δεδομένα αυτά, η υιοθέτηση του γαλλικού πλαισίου θέτει μια ακόμη δικλίδα ασφαλείας για τη βιωσιμότητα του χρέους για τη χώρα μας και στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμος. Με άλλα λόγια, οι αγορές θα είχαν τη βεβαιότητα ότι με τα μέτρα διασφαλίστηκε η βιωσιμότητα του χρέους, ενώ με τον γαλλικό μηχανισμό διασφαλίζεται και η αποπληρωμή των ιδιωτών επενδυτών, αφού θα παγώνει εκείνη προς τους εταίρους. Αν όμως οι εταίροι προωθούν τον μηχανισμό προκειμένου να μη λάβουν ισχυρά μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης, στην ουσία θα έχουν παραπέμψει στις καλένδες τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους. Στην περίπτωση αυτή, κάθε ενεργοποίηση του γαλλικού μηχανισμού στο μέλλον θα λειτουργούσε σαν συναγερμός στις αγορές, στέλνοντας το μήνυμα ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα, εξέλιξη που θα οδηγούσε σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού ή ακόμη και αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές.

Διευθυντής Πληροφοριών στο Crisis Monitor και επικεφαλής του συντονιστικού συμβουλίου της Crisis Zone, δημοσιογράφος, με ειδίκευση στα οικονομικά, τραπεζικά και διεθνή θέματα.
Συνδέοντας τις κουκίδες μπορούμε να καταλήξουμε σε αποτελέσματα, αν δεν τις συνδέσουμε θα παραμείνουμε στο σκοτάδι.
Εχει διατελέσει σε επιτελικές θέσεις σε αρκετά ακόμα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.