Η Κομισιόν ζητάει επιστροφή φόρων 250 εκατ. από την Amazon-Λουξεμβούργο

Η Κομισιόν ζητάει επιστροφή φόρων 250 εκατ. από την Amazon-Λουξεμβούργο

Επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία καλείται να πληρώσει 250 εκατ. σε φόρους, καθώς κρίθηκε ότι η φορολογική συμφωνία που είχε με το Λουξεμβούργο αντιβαίνει το νόμο και ως εκ τούτου μέρος των φόρων που δεν πλήρωσε στην ΕΕ χαρακτηρίζεται κρατική ενίσχυση και πρέπει να επιστραφεί.

Διαφήμιση

Το πρόστιμο αποδεικνύεται από όσα διέδιδαν τις προηγούμενες ημέρες διεθνή media, ενώ είναι δραματικά κατώτερο από τα 13 δισ. ευρώ που καλείται να επιστρέψει η Apple στην Ιρλανδία και για τα οποία η Κομισιόν παραπέμπει τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Η Επίτροπος Ανταγωνισμού της ΕΕ Margrethe Vestager, η οποία έχει βάλει στο στόχαστρο και άλλες αμερικανικές πολυεθνικές, υιοθέτησε μια σκληρή γραμμή απέναντι στα φορολογικά deals κρατών και πολυεθνικών εταιριών.

«Το Λουξεμβούργο έδωσε παράνομα φορολογικά οφέλη στον Αμαζόνιο. Ως αποτέλεσμα, σχεδόν το 75% των κερδών της Amazon δεν φορολογήθηκαν «,

δήλωσε η επίτροπος Ανταγωνισμού, Μαργκρέτ Βεστάγκερ.

Η Amazon, από την πλευρά της, δήλωσε ότι εξετάζει την προσφυγή στο ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το θέμα, επισημαίνοντας ότι:

«Πιστεύουμε ότι η Amazon δεν έλαβε καμία ειδική μεταχείριση από το Λουξεμβούργο και ότι καταβάλλαμε φόρο σε πλήρη συμφωνία τόσο με το Λουξεμβούργο όσο και με τη διεθνή φορολογική νομοθεσία»

Αν και η ΕΕ έχει κινηθεί εναντίον αρκετών αμερικανικών εταιριών τεχνολογίας τόσο για μονοπωλιακές πρακτικές όσο και για περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι το ακριβές ποσό του φόρου που πρέπει να ζητηθεί από την Amazon θα πρέπει ακόμα να υπολογιστεί από τις αρχές του Λουξεμβούργου.

Τα 250 εκατομμύρια ευρώ είναι σημαντικά χαμηλότερα από τα 400 εκατομμύρια ευρώ που μετέδιδε το Reuters προ ενός έτους.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι το Λουξεμβούργο επέτρεψε στην Amazon να διοχετεύσει σημαντικό μέρος των κερδών της σε μια εταιρεία χαρτοφυλακίου χωρίς να πληρώσει φόρο. Η εταιρία χαρτοφυλακίου είχε το δικαίωμα να το πράξει επειδή διέθετε ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το Λουξεμβούργο, του οποίου η οικονομία έχει επωφεληθεί από την παροχή ευρωπαϊκής βάσης σε πολυεθνικές εταιρείες, απέρριψε το εύρημα και δήλωσε ότι εξετάζει τις νομικές επιλογές του.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ ήταν πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου για σχεδόν δύο δεκαετίες μέχρι το 2013 και έχει επικριθεί για το ρόλο του στην καθιέρωση των πολυάριθμων φορολογικών συμφωνιών οι οποίες τώρα θεωρούνται ξεπερασμένες. Παρ’ όλα αυτά ο Γιούνκερ αρνείται οποιαδήποτε λανθασμένη κίνηση στο παρελθόν και επιμένει ότι Κομισιόν είναι αποφασισμένη να εξασφαλίσει δίκαιη φορολογία.

Το 2014, το Λουξεμβούργο βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς Τύπου με τα «LuxLeaks», έγγραφα που έδειξαν πως μεγάλες λογιστικές εταιρίες συνεργάστηκαν μέσω Λουξεμβούργου με πολυεθνικές για να διοχετεύουν έσοδα μέσω της χώρας, πληρώνοντας καθόλου ή ελάχιστους φόρους.

Το Λουξεμβούργο ελέγχεται επίσης από την ΕΕ όσον αφορά τις φορολογικές συμφωνίες με την αλυσίδα fast food McDonald’s (MCD.N) και τη γαλλική εταιρία ενέργειας Engie (ENGIE.PA). Το Λουξεμβούργο άσκησε έφεση εναντίον μιας απόφασης το 2015 ότι ο κατασκευαστής Fiat (FCHA.MI) θα πρέπει να του επιστρέψει φόρους. Εκτός από την Ιρλανδία, ο φόρος για τις πολυεθνικές στο Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες έχει επίσης εξεταστεί από την Επιτροπή.