NPL’s: Πιάνουν στόχους οι τράπεζες, αλλά σε χαμηλές τιμές

NPL’s: Πιάνουν στόχους οι τράπεζες, αλλά σε χαμηλές τιμές

Ανησυχία για τη δυνατότητα του σχεδίου εκκαθάρισης των ισολογισμών των τραπεζών να αποφέρει καρπούς έχουν πυροδοτήσει οι πρόσφατες πιέσεις του ΔΝΤ για ενδελεχή έλεγχο της ποιότητας του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών. Αν και τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα αναφέρουν επίτευξη των στόχων στις πωλήσεις NPL’s αποφεύγουν επιμελώς να αναφερθούν στις τιμές, γεγονός που σε συνδυασμό με τις ανησυχίες του ΔΝΤ γεννά εύλογα ερωτηματικά.

Διαφήμιση

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία αντιτίθεται στις προτάσεις του ΔΝΤ για τα stress tests στις ελληνικές τράπεζες, η εικόνα του β΄ τριμήνου ήταν καλύτερη της αναμενομένης, καθώς αντιστράφηκε η πορεία δημιουργίας νέων προβληματικών δανείων και σε ορισμένες περιπτώσεις είχαμε μείωση των υπολοίπων των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Αν και η βελτίωση εν συγκρίσει με το πρώτο τρίμηνο ήταν αισθητή, ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί η απαραίτητη δυναμική που θα διασφαλίζει την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για το σύνολο του έτους, γεγονός που εμποδίζει την προοπτική εξόδου στις αγορές προς άγρα φρέσκου χρήματος.

Σύμφωνα με τους επιχειρησιακούς στόχους που έχουν συμφωνήσει τράπεζες και Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM), τα υπόλοιπα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) θα πρέπει να μειωθούν σε 72,4 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου και σε 65,9 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα (NPEs, που περιλαμβάνουν τα NPLs και τα δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί), στα 103,4 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου και στα 98,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2017. Ακολουθεί μια εξαιρετικά απαιτητική διετία, με τις τράπεζες να έχουν δεσμευθεί ότι θα περιορίσουν, μέχρι το τέλος του 2019, τα NPEs στα 66,7 δισ. ευρώ και τα NPLs στα 40,2 δισ. ευρώ.

Το ΔΝΤ, όπως και άλλοι αναλυτές, θεωρούν ότι οι στόχοι αυτοί είναι υπερβολικά αισιόδοξοι και υποστηρίζει ότι μια νέα κεφαλαιακή ένεση είναι απαραίτητη προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να προχωρήσουν σε μεγαλύτερες διαγραφές προβληματικών δανείων, αντιμετωπίζοντας αποφασιστικά και ριζικά το μεγάλο αυτό πρόβλημα. Θεωρεί ότι με έναν τόσο μεγάλο όγκο προβληματικών δανείων στον ισολογισμό τους δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη και θα παραμείνουν καθηλωμένες λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην προσπάθεια ανάπτυξης της οικονομίας.

Τράπεζα της Ελλάδος και ΕΚΤ θεωρούν ότι το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω των δράσεων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διοικήσεων των τραπεζών και του SSM, ενώ οι διοικήσεις των τραπεζών το τελευταίο που θέλουν να συζητήσουν είναι το ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης.