Καζίνο-politics: Τελικά ποιοί κερδίζουν και ποιοί χάνουν

Η αμερικανική εμπειρία και το νέο νομοσχέδιο που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση

Καζίνο-politics: Τελικά ποιοί κερδίζουν και ποιοί χάνουν

Με την μπίλια να ταλαντεύεται, ανάμεσα στις λεπτές γραμμές της εκμετάλλευσης παθογένειας και της ελεύθερης βούλησης, τα καζίνο αποτελούν μια αμφισβητούμενη επένδυση όσον αφορά τουλάχιστον τις επιπτώσεις τους στη οικονομική ανάπτυξη και τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών, ανάγοντας το θέμα σε ζήτημα αντιπαράθεσης ακόμα και στις ΗΠΑ, ενώ και στην Ευρώπη οι ενστάσεις για την εμπλοκή των casino και του online τζόγου με τις τοπικές κοινωνίες αυξάνονται.

Διαφήμιση

Η συζήτηση για τα casino και τα τυχερά παιχνίδια γίνεται τώρα επίκαιρη και στην Ελλάδα καθώς η κυβέρνηση με νομοσχέδιο αναμορφώνει την αγορά, μετά από διαπραγματεύσεις τόσο με τους παράγοντες του χώρου αλλά και με τις Βρυξέλλες και ενώ δίνεται μάχη για τον περιορισμό του παράνομου ιντερνετικού τζογαρίσματος, στόχος της οποίας όμως είναι η διατήρηση της κλειστής αγοράς και όχι ο περιορισμός του προβλήματος του εθισμού στον τζόγο.

Το νέο νομοσχέδιο στην Ελλάδα έρχεται να λύσει και χωροταξικά προβλήματα για τα casino, το νόμιμο τζόγο εκτός των casino, καθώς η αγορά διευρύνεται με την είσοδο του ΟΠΑΠ στα VLT’s, αλλά και με το νέο σκηνικό που δημιουργεί η επένδυση του Ελληνικού, στον πυρήνα της οποίας είναι η ανάπτυξη casino.

Ωστόσο στην Ευρώπη και στην Ελλάδα η παραγωγή αξιόπιστων στοιχείων για την αγορά των τυχερών παιγνίων υπολείπεται των ΗΠΑ, με την Κομισιόν να έχει σταματήσει σε εμβρυακό επίπεδο την προσπάθεια ρύθμισης της αγοράς σε ενιαίο επίπεδο από το 2013 και επιτρέποντας στις χώρες να ρυθμίσουν την εσωτερική αγορά τους, ενώ εν αντιθέσει με άλλες αγορές η Eurostat δεν δημοσιοποιεί στατιστικά. Στοιχεία για την Ελλάδα δεν είναι διαθέσιμα ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση Καζίνο, όμως.

Η έλλειψη στατιστικών και ελεύθερων σε δημόσια πρόσβαση στοιχείων τόσο για τα ποσοτικά όσο και τα ποιοτικά στοιχεία της αγοράς των τυχερών παιγνίων , εγείρει εύλογα ερωτηματικά, τη στιγμή που από τη Βουλή περνά νομοσχέδιο με ουσιώδεις τροποποιήσεις και ενώ στο αναπτυξιακό πλάνο είναι ενταγμένα projects που περιλαμβάνουν τη δημιουργία νέων καζίνο αλλά και την αλλαγή πληθυσμιακών και χωροταξικών κριτηρίων καθώς και την επέκταση των VLT’s.

Το νομοσχέδιο που φέρει τον τίτλο «Ρυθμίσεις για την αγορά παιγνίων» προβλέπει τη μείωση του συνολικού αριθμού των παιγνιομηχανημάτων που θα λειτουργήσουν, από 35.000 σε 25.000, και την αύξηση του αριθμού των παιγνιομηχανημάτων που θα λειτουργούν ανά αμιγές κατάστημα και ανά πρακτορείο του ΟΠΑΠ.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, «στόχος του νομοσχεδίου είναι ο εξορθολογισμός της αγοράς των παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT». Το υπουργείο προαναγγέλλει επίσης ότι θα ακολουθήσουν αλλαγές και στους υπόλοιπους τομείς της αγοράς παιγνίων.

Το νομοσχέδιο:

  1. Μειώνεται ο συνολικός αριθμός των παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT που θα τεθούν σε λειτουργία από την ΟΠΑΠ Α.Ε., από 35.000 σε 25.000.
  2. Αυξάνεται ο αριθμός των παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT που δύνανται να εγκατασταθούν σε αμιγείς χώρους διεξαγωγής ηλεκτρονικών τυχερών παιγνίων από 25 σε 50 ανά κατάστημα, κατ’ ανώτατο όριο.
  3. Αυξάνεται από 3 σε 15 ο αριθμός των παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT που μπορούν να εγκατασταθούν, κατ’ ανώτατο όριο, σε κάθε πρακτορείο της ΟΠΑΠ Α.Ε.

Όπως επισημαίνει το υπουργείο Οικονομικών, «με αυτές τις ρυθμίσεις θα λειτουργήσουν λιγότερα παιγνιομηχανήματα σε πολύ λιγότερα σημεία, επιτυγχάνοντας μικρότερη έκθεση στο τζόγο και πιο εύκολο, άρα πιο αποτελεσματικό έλεγχο, χωρίς να δημιουργείται οικονομική ζημιά στο Δημόσιο».
Επιπλέον, με άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου:

  • Καταργείται η δυνατότητα παραχώρησης από την ΟΠΑΠ Α.Ε. του δικαιώματος εγκατάστασης και εκμετάλλευσης παιγνιομηχανημάτων σε παραχωρησιούχους.
  • Αυξάνεται από 10 σε 18 έτη ο χρόνος ισχύος της άδειας εκμετάλλευσης παιγνιομηχανημάτων από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και εισάγεται ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση για την υπογραφή σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε. για την εξειδίκευση των όρων και προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος του Οργανισμού στην εγκατάσταση και εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων.
  • Ορίζεται η 31η Δεκεμβρίου 2019 ως καταληκτική ημερομηνία για τη λειτουργία των ως άνω αδειοδοτηθέντων παιγνιομηχανημάτων με ποινή αφαιρέσεώς τους από την άδεια μετά την παρέλευση απράκτου της προθεσμίας, αζημίως για το Δημόσιο.

Καλύτερη ρύθμιση της αγοράς

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, οι τροποποιήσεις στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε χθες από το υπουργείο Οικονομικών, με τίτλο «Ρυθμίσεις της αγοράς παιγνίων», αποβλέπουν στην καλύτερη ρύθμιση της αγοράς των τυχερών παιχνιδιών, στην προστασία των καταναλωτών και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και τον αξιόπιστο έλεγχο για περιορισμό του παράνομου τζόγου. Να σημειωθεί πως ειδικά η αγορά των VLT’s αποτελεί ένα σημαντικό αναπτυξιακό σχέδιο για την ΟΠΑΠ Α.Ε. που μπορεί να εκπληρώσει στον μέγιστο βαθμό το όραμα της διοίκησής της για την πορεία της εταιρείας μέχρι το 2020. Παράλληλα αποτελεί και ένα εφαλτήριο για ανακατατάξεις στον κλάδο. Στο πλαίσιο αυτό, οι προωθούμενες αλλαγές αναμένεται να εξεταστούν ενδελεχώς, όπως τονίζεται από τους ενδιαφερόμενους του χώρου, προκειμένου να αποτιμηθεί η τελική τους μορφή και ο αντίκτυπός τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα του κλάδου των τυχερών παιχνιδιών αλλά και στην παικτική νοοτροπία των καταναλωτών.

Διδάγματα από τις ΗΠΑ

Σύμφωνα με δημοσίευμα του έγκυρου αμερικανικού περιοδικού The Atlantic, το οποίο βασίζεται σε διεξοδικές έρευνες, χαρακτηριστικό της ραγδαίας ανάπτυξης της αγοράς του τζόγου είναι ότι πριν από σχεδόν 40 χρόνια πριν, τα καζίνο επιτρέπονταν μόνο σε 3 πολιτείες των ΗΠΑ, κάνοντας αυτή τη μορφή διασκέδασης λιγότερο προσιτή και πιο εξεζητημένη ως προς το κοινό στο οποίο στόχευε. Από το 1988 όμως με την ψήφιση αντίστοιχης πράξης από το Κογκρέσο επεκτάθηκαν γρήγορα σε 40 ακόμα πολιτείας ευρύνοντας εξαιρετικά το τμήμα του πληθυσμού που απευθύνονταν και το κομμάτι τους σε ετήσια έσοδα.

Εκτιμήσεις τοποθετούν τα ετήσια έσοδα τους σε περισσότερα από $37 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από ότι ξοδεύουν οι Αμερικάνοι συνολικά, για να παρακολουθήσουν αθλητικά γεγονότα ($17,8 δισεκατομμύρια), κινηματογράφο ($10,7 δισεκατομμύρια) και για να αγοράσουν μουσική ($6,8 εκατομμύρια).

Η αποδοχή της επέκτασης των καζίνο από τις τοπικές κοινωνίες των ΗΠΑ έγινε βασισμένη στην οφθαλμαπάτη της οικονομικής ενίσχυσης τους. Οι προσδοκίες για την τόνωση της απασχόλησης, τη χρηματοδότηση σχολείων και την εκτόξευση της τοπικής οικονομίας, διαψεύδονται από τις εκτιμήσεις πως κάθε ένα δολάριο οφέλους που φέρνουν τα καζίνο έχει παράπλευρο κοινωνικό κόστος τριών δολαρίων. Το κοινωνικό κόστος προέρχεται από την αυξημένη εγκληματικότητα, τη μειωμένη παραγωγή και τις παροχές προς ανέργους που αυξάνονται από τα άτομα που καταστρέφονται οικονομικά και χάνουν τη δουλειά τους. Το συνολικό αποτέλεσμα λοιπόν είναι αρνητικό για την κοινωνία.

Σε αυτή την τόσο μεγάλη βιομηχανία «διασκέδασης», η οικονομική καταστροφή ατόμων δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Μάλιστα η συχνότητα των περιστατικών αυτοκτονιών που αυτά επέφεραν, με τις αντίστοιχες νομικές επεκτάσεις, έχουν φέρει πολλές φορές στο προσκήνιο το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην προστασία των παικτών και τα κέρδη της βιομηχανίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του National Center for Responsible Gaming των ΗΠΑ, σχεδόν 3 στους 4 Αμερικάνους παρουσιάζουν σε κάποιο βαθμό εθισμό στον τζόγο. Με το επίπεδο της εξάρτησης να θεωρείται αντίστοιχο με εκείνο του αλκοολισμού και των ναρκωτικών, παραμένει σκιερό το επίπεδο ευθύνης και ίσως ανύπαρκτο από νομικής άποψης. Όσο υπεύθυνο, για ένα σοβαρό ατύχημα, μπορεί να θεωρηθεί ένα μπαρ που σερβίρει σε άτομο γνωρίζοντας ότι είναι αλκοολικό αντίστοιχη είναι και η ευθύνη του καζίνο όταν επιτρέπει και μάλιστα χρησιμοποιεί τις μεθόδους προσέλκυσης του σε εθισμένους στον τζόγο παίκτες.

Έρευνες αποδεικνύουν πως το 20% των ατόμων που επισκέπτονται τα καζίνο είναι παθολογικοί παίκτες. Και τουλάχιστον εννέα ακόμα ανεξάρτητες έρευνες, πως οι παθολογικοί παίκτες ευθύνονται για το 30-60% των συνολικών εσόδων του τζόγου.

Τούτων δοθέντων, είναι αρκετά προφανές πως το business plan των καζίνο στηρίζεται στον εθισμένο παίκτη και όχι στον περιστασιακό. Και οι στρατηγικές προέλκυσης αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του πλάνου.

Έχουν αναπτύξει φόρμουλες που υπολογίζουν την «προβλεπόμενη αξία διατήρησης» κάθε παίκτη. Οι παίκτες κατηγοριοποιούνται με βαθμίδες αξίας με βάση αυτό το μέγεθος, με τα άτομα που αναμένεται να χάσουν περισσότερα, οπότε και να αποφέρουν περισσότερα, να χαρακτηρίζονται ως «φάλαινες».

Με την τεχνολογική εξέλιξη να δίνει πολύ σημαντικό πλεονέκτημα στη βιομηχανία, τα καζίνο μπορούν να συγκεντρώνουν μεγάλο όγκο πληροφοριών για τη συμπεριφορά των παικτών και δίνουν μεγάλη προσοχή στα «σημεία πόνου» των παικτών, τη στιγμή δηλαδή που είναι κοντά στο να παραιτηθούν.

Έχουν λοιπόν την δυνατότητα να επηρεάσουν την παραμονή τους όταν βλέπουν πως είναι έτοιμοι να φύγουν, προσφέροντας ειδικές παροχές και διατηρώντας έτσι το επίπεδο ευχαρίστησης του παίκτη, ακόμα και όταν χάνει.

Κύριος σκοπός, λοιπόν, είναι η μεγιστοποίηση του χρόνου ενεργής συμμετοχής του παίκτη. Για τους εθισμένους παίκτες, το αποτέλεσμα έχει λιγότερη σημασία, από την ικανοποίηση και την ασφάλεια που τους προσφέρει η εισαγωγή τους στη «ζώνη», το επίπεδο δηλαδή της αιωρούμενης κινητής απεικόνισης τις πραγματικότητας, κάνοντας τα καζίνο να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να μεγιστοποιήσουν αυτή τη διάρκεια.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα καζίνο στις ΗΠΑ πρέπει να γνωρίζουν πως η επέκταση της πίστωσης των θαμώνων προκειμένου να συνεχίσουν να παίζουν, προωθεί την εξάρτηση των παικτών.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία, όταν ένας παίκτης ζητά πίστωση για να συνεχίσει να παίζει, έχει ήδη εκπληρώσει ένα (ίσως και τρία) από τα 10 κριτήρια που έχει καθιερώσει για τη διάγνωση των εθισμένων παικτών.

Σε αποποίηση των ευθυνών της εκάστοτε μονάδας, και στις πληθώρα των νομικών υποθέσεων που η οικονομική καταστροφή ατόμων έχει φέρει στη δημοσιότητα, η άποψη πως «αφού είναι νόμιμο είναι ασφαλές» μεταφέρει την ευθύνη της αντιμετώπισης στη δικαστική και νομοθετική εξουσία των ΗΠΑ.

Και τα ποσοστά αποφάσεων κατά της ευθύνης των καζίνο δείχνουν πως οι πολιτείες είναι απρόθυμες να διαχειριστούν το πρόβλημα και τα κοινωνικά κόστη που επιφέρει.