Προς σύγκρουση ΔΝΤ-ESM στο Eurogroup

Προς σύγκρουση ΔΝΤ-ESM στο Eurogroup

Ιδιαίτερα κρίσιμο για τον προσδιορισμό του τελικού μίγματος των μέτρων που θα συμφωνηθούν στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης αναμένεται το σημερινό Eurogroup με την ελληνική κυβέρνηση να μένει σε θέση θεατή καθώς το ΔΝΤ επανέρχεται στις απαιτήσεις του για διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους με μέτρα ελάφρυνσης αποκλειστικά -και όχι μέσω του πρωτογενούς πλεονάσματος. Σε αυτό το πλαίσιο και με σε ζητήματα μείζονος πολιτικής σημασίας να παραμένουν ουσιώδη, το πλέον πιθανό σενάριο είναι εξαίρεση από το Staff Level Agreement των εργασιακών και του χρέους, τα οποία θα συμφωνηθούν σε δεύτερη φάση πριν τις 12 Απριλίου.

Σε αυτή τη φάση οι διαφορές Ελλάδας-ΔΝΤ περιορίζονται στα εργασιακά και στο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό, ενώ κατ εντολή του Πολ Τόμσεν το ΔΝΤ αναμένει τα τελικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία από τη Eurostat προκειμένου να κλειδώσει μέτρα και να αποφανθεί επί της δυνατότητας επίτευξης των στόχων.

Διαφήμιση

Το ελληνικό θέμα συζήτησαν εν τάχει η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο Μπάντεν-Μπάντεν, στο περιθώριο της συνόδου των G-20, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν εξελίξεις και αναμένοντας κινήσεις από την Κομισιόν καθώς και την έκθεση βιωσιμότητας του χρέους από την ΕΚΤ.

«Η Ελλάδα είναι έτοιμη να χάσει ένα ακόμη ένα ημερολογιακό ορόσημο πλησιάζοντας σε επανάληψη του δράματος του 2015» επισημαίνει το πρακτορείο Bloomberg αναφερόμενο στο σημερινό Eurogroup.

Όπως αναφέρει, οι διάφορες των δύο πλευρών είναι μεγάλες στις μεταρρυθμίσεις και στον τομέα της ενέργειας ενώ η ελληνική κυβέρνηση ανθίσταται σε επιπλέον περικοπές στις συντάξεις.

Το πρακτορείο παρατηρεί ότι ενδεικτικό της απόστασης που έχουν οι δύο πλευρές στα εργασιακά είναι ότι το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών έχει παραπέμψει το ζήτημα σε «πολιτική διαπραγμάτευση, καθώς αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί τεχνοκρατικά».

Στο σημερινό Eurogroup θα διασφαλιστεί -εκ νέου- η επιστροφή των θεσμών μέσω μιας νέας συμφωνίας για τα ανοιχτά ζητήματα, σε τεχνικό επίπεδο καθώς και αμοιβαίες υποχωρήσεις που θα επιτρέψουν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τα εργασιακά και τις συντάξεις.

Το αναμένεται να δεχθεί την εξαίρεση του χρέους και των πλεονασμάτων από την τεχνική συζήτηση, μέχρι την ανακοίνωση των τελικών στοιχείων από τη Eurostat, τα οποία όμως θα ζητήσει να κλείσουν πριν τις 12 Απριλίου.

Το εσωτερικό σκηνικό

Διάσταση υπάρχει όμως και στη διαπραγματευτική τακτική Μαξίμου-Τσακαλώτου καθώς οι σύμβουλοι του Αλέξη Τσίπρα εισηγούνται κλιμάκωση της πολιτικής ρητορικής, ενώ διαρρέουν ήδη σενάρια εκλογών σε περίπτωση αποτυχίας ολοκλήρωσης της αξιολόγησης μέχρι τα μέσα Απριλίου. Από την άλλη πλευρά ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επιμένει σε μια προσπάθεια που θα δημιουργήσει χώρους πολικών ελιγμών και θα κατοχυρώσει κεκτημένα από τα προηγούμενα Eurogroup, θέλοντας να αποφύγει αδικαιολόγητη ένταση με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η οποία θα επιδράσει αρνητικά σε Κομισιόν και Γαλλία που προασπίζονται τις ελληνικές θέσεις.

Μείζον θέμα για το Μαξίμου είναι η εξασφάλιση της αποδοχής της συμφωνίας από τον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την υπεράσπισης του πακέτου στην κοινωνία. Ωστόσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το τελικό deal φέρει την υπογραφή του Ευκλείδη Τσακαλώτου, η οποία θεωρείται εισιτήριο για τους 53 άρα και συνταγή για να περάσει από τη Βουλή.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η στρατηγική της ανάληψης των προκεχωρημένων θέσεων εντός και εκτός της χώρας, στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης, από τον υπουργό Οικονομικών, ο οποίος έχει ζητήσει και περιορισμό αναφορών από τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης και τους βουλευτές στο υπό διαπραγμάτευση πακέτο, έτσι ώστε να μην αποδυναμώνεται η διαπραγματευτική φαρέτρα.

Επί της ουσίας οι εκλογές παραμένουν εκτός ατζέντας αφενός λόγω έλλειψης πολιτικής κινητοποίησης που θα επέτρεπε την -έστω και εν μέρει αναστροφή του αρνητικού κλίματος στην κοινωνία- αλλά κυρίως καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε νέο ρήγμα το κόμμα και θα απαξίωνε μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού που έχει αναλάβει την ευθύνη των διαπραγματεύσεων, κατασπαταλώντας όχι μόνο το πολιτικό κεφάλαιο του Αλέξη Τσίπρα αλλά και των 53+.