Ο Σούλτς κερδίζει αριστερό ακροατήριο

Ο Σούλτς κερδίζει αριστερό ακροατήριο

Εντύπωση προκαλεί η δημοσκοπηκή άνοδος των Σοσιαλδηοκρατών μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Μάρτιν Σουλτς, καθώς η ατζέντα που έχει υιοθετήσει είναι σαφώς πιο αριστερή από αυτή του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και η ανάδειξη του ελληνικού ζητήματος και η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης με ταυτόχρονες επιθέσεις τον Σόιμπλε αποτελούν κινήσεις που θα απέρριπτε παραδοσιακά η κοινή γνώμη σε έτος εκλογών.

Διαφήμιση

Ωστόσο το φιλοευρωπαϊκό προφίλ του πρώην προέδρου του Ευρωκοινωβουλίου και η διάθεση αποφυγής της αντιπαράθεσης για την ελληνική κρίση, φαίνεται να βρίσκουν απήχηση στο εκλογικό σώμα και να βοηθούν στη συσπείρωση της βάσης του SPD.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στο οποίο αναφέρεται η DW όπου ο Σουλτς εμφανίζεται επευφημούμενος από 750 ανθρώπους στην Μπίλεφελντ όπου το πλήθος στηρίζει την εξαγγελία του υποψηφίου των Σοσιαλδημοκρατών για αλλαγές στην αποκαλούμενη «Ατζέντα 2010», τη μεταρρυθμιστική βίβλο του τελευταίου σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, η οποία αποτελεί και σήμερα σημείο αναφοράς για όλες τις γερμανικές κυβερνήσεις. Ο Σουλτς μιλάει επί μίαμιση ώρα, αλλά δεν αναφέρει ούτε μία φορά την Ατζέντα 2010.

Αντ΄αυτού μιλάει για έναν 50χρονο εργάτη που συνάντησε πρόσφατα, έναν άνθρωπο που μπήκε στο εργοστάσιο από τα 14, πέρασε όλη του τη ζωή στο μεροκάματο, αλλά τώρα φοβάται την απόλυση. «Όποιος δουλεύει σκληρά μια ζωή και χάνει τη δουλειά του, αξίζει τη στήριξή μας» λέει ο Σουλτς και η αίθουσα δονείται από χειροκροτήματα.

Σχεδόν τρεις εβδομάδες έχουν περάσει από τότε που ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χειροτονήθηκε υποψήφιος των σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία και η κοινωνική δικαιοσύνη παραμένει το αγαπημένο του θέμα. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούν ότι απλώς αραδιάζει αριστερά συνθήματα.

Πάντως το SPD ενέκρινε ήδη τους βασικούς άξονες του προεκλογικού προγράμματος, προκειμένου να δώσει στον Σουλτς τον χρόνο που χρειάζεται για να παρουσιάσει αναλυτικά τις θέσεις του και να αντικρούσει τις συνεχείς αιτιάσεις ότι πολιτεύεται με συνθήματα, κενά περιεχομένου.

Μερικές από τις πρώτες εξαγγελίες του Μάρτιν Σουλτς:
– λιγότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου στην αγορά εργασίας,
– περισσότερα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης για ανέργους,
– περισσότερα δικαιώματα συναπόφασης για τα συνδικάτα στις μεγάλες επιχειρήσεις,
– μέγιστη δυνατή αυτονομία στα ωράρια εργασίας,
– δωρεάν παιδεία,
– παράταση στον χρόνο πληρωμής του επιδόματος ανεργίας.

Πρόκειται για σημαντικές «διορθώσεις», όπως τις αποκαλεί ο Σουλτς, στις οδυνηρές περικοπές που είχε καθιερώσει παλαιότερα η περίφημη Ατζέντα 2010 του Σρέντερ, με αποτέλεσμα να αποξενώσει ή ακόμη και να απομακρύνει πολλούς αριστερούς σοσιαλδημοκράτες από το SPD.

«Κάναμε λάθη κι εμείς, αλλά δεν αποτελεί ψόγο να αναγνωρίζεις τα λάθη σου και να προσπαθείς να τα διορθώσεις» τονίζει ο υποψήφιος καγκελάριος, ο οποίος σημειωτέον ανήκει στον λεγόμενο «κύκλο του Seeheim», δηλαδή την πιο συντηρητική τάση του SPD. Θα μπορέσει άραγε να ενσωματώσει στο δυναμικό του και την αριστερή συνιστώσα των σοσιαλδημοκρατών; Σε αυτή τη δύσκολη άσκηση ισορροπίας δεν τα είχε καταφέρει πάντως ο «προκάτοχός» του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (ο οποίος παραμένει τυπικά πρόεδρος του SPD μέχρι την επίσημη εκλογή Σουλτς, τον Μάρτιο).

Η κριτική στην Ατζέντα 2010 προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Γερμανικού Συνδέσμου Εργοδοτών, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο υποψήφιος των σοσιαλδημοκρατών δεν έχει πλήρη εικόνα των στοιχείων για την αγορά εργασίας. Πάντως, ο Χάγιο Ρίμπζαμ, συνταξιούχος από το Χόμπεργκ της Έσσης και πρώην συνδικαλιστής, ο οποίος παρακολούθησε την ομιλία Σουλτς στο Μπίλεφελντ, δηλώνει κατενθουσιασμένος.

«Όσα είπε ήταν διανθισμένα με πολλές πληροφορίες και στοιχεία για τη δουλειά των συνδικάτων, εγώ προσωπικά εντυπωσιάστηκα», επισημαίνει. «Μίλησε για τα προβλήματα του κόσμου, τους έδωσε προοπτική, ανέδειξε το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη» συμπληρώνει ο 69χρονος καθηγητής πανεπιστημίου Χέρμπερτ Βάσμαν. Οι δημοσκοπήσεις φαίνεται να δικαιώνουν τον Σουλτς, καθώς φέρνουν τους σοσιαλδημοκράτες μετά από πολλά χρόνια στο 30% και μερικές φορές ακόμη και μπροστά από τους κυβερνώντες χριστιανοδημοκράτες της Άγκελα Μέρκελ.